
«Αν μου επιτρεπόταν ν’ αποφασίσω τι θέλω: Κυβέρνηση χωρίς εφημερίδες ή εφημερίδες χωρίς κυβέρνηση, δε θα δίσταζα ούτε στιγμή ν’ αποφασίσω το δεύτερο».
(Τόμας Τζέφερσον)
Ο σατιρικός ποιητής Αλ. Σούτσος, απογοητευμένος από το περί ελευθερίας του Τύπου σχετικό διάταγμα του Καποδίστρια, σε ένα καυστικό ποίημά του με τίτλο «Περί ελευθερίας κανονισμός ή το τυποκτόνο ψήφισμα του Ι. Καποδίστρια» μεταξύ άλλων γράφει: «… Είν’ ελεύθερος ο τύπος, φτάνει μόνο να μη βλάψης / της Αρχής τους Υπαλλήλους / τους Κριτάς, τους Υπουργούς και των Υπουργών τους φίλους / είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φτάνει μόνο να μη γράψης / …».
Από τότε –1831- 33– και μέχρι σήμερα ο Τύπος έχει διαγράψει μια λαμπρή πορεία, μέσα από σκληρούς αγώνες και δοκιμασίες, άλλοτε με αναλαμπές και άλλοτε με φιμώσεις και περιορισμούς, ανάλογα με το πολιτικό και πολιτιστικό καθεστώς που επικρατούσε και τις κυβερνήσεις που καθόριζαν τις τύχες του νεώτερου Ελληνισμού.
Κομβικό σημείο σ’ αυτή τη διαδρομή του Τύπου και της δημοσιογραφίας θα αποτελέσει η ίδρυση το Μάρτη του 1914 της «Ένωσης Συντακτών», της οποίας μέλη γράφονται όλοι οι μεγάλοι της δημοσιογραφίας από τον Παλαμά ως τους νεώτερους. Από τότε η αθηναϊκή και επαρχιακή δημοσιογραφία ανοίγουν καινούργιους δρόμους και μπαίνουν μέσα στη ζωή του Έθνους και του λαού.
Η ιστορία του ελληνικού Τύπου είναι ένας αδιάλειπτος και σκληρός αγώνας των δημοσιογράφων για την Ελευθεροτυπία και τη Δημοκρατία και θα χρειαζόταν πολύ μελάνι για να αναφερθούμε διεξοδικά για τους αγώνες και τις θυσίες της μαχόμενης δημοσιογραφίας και την προσφορά της.
Το θέμα μας όμως είναι άλλο, να εξετάσουμε τις ευθύνες που έχουν οι δημοσιογράφοι και οι εκδότες αλλά και ο πολιτικός κόσμος γενικότερα της χώρας και οι ίδιοι οι αναγνώστες για την ποιότητα των εφημερίδων και τη σωστή πληροφόρηση. Ο πολίτης πρέπει και δικαιούται να λαμβάνει κάθε μέρα γνώση και να σχηματίζει εικόνα για την πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή της χώρας και ιδιαίτερα του τόπου που κατοικεί και δραστηριοποιείται. Παράλληλα οι διαχειριστές των έντυπων μέσων πληροφόρησης, εκδότες και δημοσιογράφοι, έχουν υποχρέωση να δίνουν υπεύθυνα και αντικειμενικά την πραγματική εικόνα στα δρώμενα και να πληροφορούν σωστά τους αναγνώστες.
Επιτυγχάνεται όμως αυτό στην πράξη και αν όχι ποιοι ευθύνονται, οι εκδότες και οι δημοσιογράφοι μόνο ή και ο πολιτικός κόσμος της χώρας και οι ίδιοι οι πολίτες; Θα ήταν κατ’ αρχήν ουτοπία να πιστέψει κανείς πως υπάρχει πάντοτε αντικειμενική και υπεύθυνη πληροφόρηση, όπως θα ήταν και εκτός πραγματικότητας, αν ισχυριζόταν ότι μέρος της ευθύνης δεν έχουν τόσο η Πολιτεία και οι πολιτικοί όσο και οι ίδιοι οι αναγνώστες. Εάν κατά κύριο λόγο οι δημοσιογράφοι βάλουν τα χέρια τους «επί τον τύπον των ήλων», αβίαστα θα διαπιστώσουν ότι κάτι δεν πάει καλά και ότι είναι καιρός να δουν τα σφάλματά τους, τις παραλείψεις τους και τις ατέλειές τους. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι ένας μεγάλος αριθμός των δημοσιογράφων της πρωτεύουσας και των άλλων μεγάλων πόλεων της χώρας δεν στερούνται παιδείας, καθ’ ότι είναι πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών, αρκετοί δε άλλοι έχουν φοιτήσει 2-3 χρόνια σε ανώτερες και ανώτατες σχολές και άλλοι τέλος έχουν εκπαιδευτεί σε ανάλογες δημοσιογραφικές σχολές.
Όμως, πέρα και ανεξάρτητα από το αν ένας δημοσιογράφος είναι ή δεν είναι πτυχιούχος σχολής, εκείνο που λείπει ορισμένες φορές από τους εκδότες και τους δημοσιογράφους είναι το αίσθημα ευθύνης. Το έλλειμμα αυτό βέβαια δε διορθώνεται ούτε με νόμους, ούτε με περιορισμούς, αλλά είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους ίδιους τους εργαζόμενους και ασχολούμενους με τον Τύπο. Αποτελεί μονόδρομο για τους δημοσιογράφους πως, αν θέλουν να ανεβάσουν το επίπεδο ποιότητας της δημοσιογραφίας, επομένως να βοηθήσουν και στη δική τους εξέλιξη, θα πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης, να εργαστούν περισσότερο και πιο ευσυνείδητα για να διορθώσουν τα λάθη τους και να περιορίσουν τις αδυναμίες και ελλείψεις τους. Πρέπει τέλος να συνειδητοποιήσουν ότι η σωστή, η εξακριβωμένη είδηση είναι το κυρίαρχο στοιχείο που ξεχωρίζει την εφημερίδα από τα άλλα έντυπα μέσα και την καθιστά χρήσιμη. Δεν είναι λιγότερη η ευθύνη και σε ορισμένους εκδότες, οι οποίοι δεν διακρίνονται από το αίσθημα της αξιοκρατίας και της σοβαρότητας στην επιλογή των στελεχών τους. Προφανώς για να μειώσουν το κόστος των πράγματι μεγάλων εξόδων που απαιτούνται για την καθημερινή έκδοση και κυκλοφορία της εφημερίδας.
Ένα εξίσου λεπτό ζήτημα είναι ότι εκδότες και δημοσιογράφοι πρέπει να κρατούν αποστάσεις και να είναι απαλλαγμένοι από τα κομματικά πάθη και τις πολιτικές προκαταλήψεις, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν πρέπει να έχουν θέσεις. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε η εφημερίδα δε θα έχει απήχηση στο πλατύ κοινό και συνεπώς θα είναι περιορισμένη και η κυκλοφορία της.
Στην ποιότητα και την άνοδο του επιπέδου μιας εφημερίδας σπουδαίο ρόλο παίζει και το αναγνωστικό κοινό, το οποίο έχει διαπιστωθεί ότι δε συμβάλλει όσο θα έπρεπε στη διατήρηση σε ικανοποιητικά επίπεδα της κυκλοφορίας των εφημερίδων εκείνων που πληροφορούν σωστά και αντικειμενικά. Δυστυχώς παρατηρείται το φαινόμενο εφημερίδες, που εντυπωσιάζουν και υπερβάλλον ή ακόμα και κιτρινογραφούν, να σπάνε ρεκόρ σε κυκλοφορία, ενώ αντίθετα οι ποιοτικά ανώτερες εφημερίδες να σημειώνουν χαμηλή κυκλοφορία.
Ανάλογο μερίδιο ευθύνης για το ποιοτικό επίπεδο των εφημερίδων έχει και ο πολιτικός γενικότερα κόσμος της χώρας που πολλές φορές με τις υπερβολές και τις οξύτητές τους δηλητηριάζουν το πολιτικό κλίμα, το οποίο μέσα από τις εφημερίδες μεταφέρεται σε όλη την κοινωνία και αναγκαστικά πλέον κατεβαίνει το επίπεδο του Τύπου.
Κλείνοντας την αναφορά μας στην πληροφόρηση του πολίτη μέσα από τις εφημερίδες, θα πρέπει να τονίσουμε επιγραμματικά ότι η σωστή και αντικειμενική πληροφόρηση είναι η καρδιά της δημοκρατίας, η δε αντικειμενική εφημερίδα είναι το κατ’ εξοχήν εργαλείο, μέσω του οποίου γεννιέται, ευδοκιμεί, αναπτύσσεται και διεξάγεται ο δημοκρατικός διάλογος, χωρίς τον οποίο δε νοείται πρόοδος, πολιτισμός, ανάπτυξη και τέλος ανθρώπινη ζωή. Για την πολυδιάστατη και πολύτιμη αυτή αξία της εφημερίδας, ο σπουδαίος τρίτος Πρόεδρος (1801-1809) της Αμερικής, Τόμας Τζέφερσον, είπε το εξής: «Αν μου επιτρεπόταν ν’ αποφασίσω τι θέλω: Κυβέρνηση χωρίς εφημερίδες ή εφημερίδες χωρίς κυβέρνηση, δε θα δίσταζα ούτε στιγμή ν’ αποφασίσω το δεύτερο».
Σωκράτης Π. Μάσσιας
Φιλόλογος
